€14.31 €15.90
Αυτή η δουλειά να τρίβεις κάθε μέρα το τούβλο για να μαλακώσει, ν’ ανοίγεις δρόμο ανάμεσα σ’ αυτή την κολλώδη μάζα που αυτοαποκαλείται κόσμος, κάθε πρωί να πέφτεις πάνω στο παραλληλεπίπεδο με το αηδιαστικό όνομα, έχοντας την ελεεινή ικανοποίηση ότι όλα είναι στη θέση τους, η ίδια γυναίκα στο πλάι σου, τα ίδια παπούτσια, η ίδια γεύση της ίδιας οδοντόπαστας, η ίδια θλίψη στα σπίτια απέναντι, η ίδια σκακιέρα με τα βρόμικα παράθυρα και την επιγραφή “Hôtel de Belgique”.
Σαν απρόθυμος ταύρος να σπρώχνεις με το κεφάλι τη διάφανη μάζα στο κέντρο της οποίας πίνεις καφέ με γάλα κι ανοίγεις την εφημερίδα για να δεις τι συμβαίνει σε οποιαδήποτε γωνιά αυτού του γυάλινου τούβλου. Να προσέχεις ώστε αυτή η λεπτή χειρονομία να γυρίζεις ένα πόμολο, αυτή η χειρονομία χάρη στην οποία μπορεί ν’ αλλάξουν τα πάντα, να μη γίνεται με την ψυχρή αποτελεσματικότητα ενός καθημερινού αυτοματισμού. Τα λέμε αργότερα, αγάπη μου, καλή σου μέρα.
Να σφίγγεις ένα κουταλάκι με τα δάχτυλά σου και να νιώθεις τον μεταλλικό σφυγμό του, την καχύποπτη εγρήγορσή του. Πόσο πονάει ν’ απαρνείσαι ένα κουταλάκι, ν’ απαρνείσαι μια πόρτα, ν’ απαρνείσαι όλα αυτά που γλείφει η συνήθεια ώσπου να τους δώσει την επιθυμητή απαλότητα. Πόσο πιο απλό είναι να δεχτείς το εύκολο αίτημα του κουταλιού, να το χρησιμοποιήσεις για ν’ ανακατέψεις τον καφέ!
Όχι πως είναι και πολύ κακό το ότι τα πράγματα σε ξαναβρίσκουν κάθε μέρα και είναι ίδια. ότι στο πλάι σου είναι η ίδια γυναίκα, το ίδιο ρολόι, κι ότι το μυθιστόρημα που είν’ ανοιχτό πάνω στο τραπέζι ξαναπιάνει τις βόλτες του με το ποδήλατο των γυαλιών σου. Γιατί είναι κακό αυτό; Νά, όμως, που πρέπει κι εσύ, σαν απαυδισμένος ταύρος, να σκύψεις το κεφάλι, να σπρώξεις το γυάλινο τούβλο προς τα έξω, προς ό,τι είναι πιο κοντά σου, ασύλληπτο, σαν τον πικαδόρ τόσο κοντά στον ταύρο. Τιμώρησε τα μάτια σου κοιτάζοντας αυτό που περνάει στον ουρανό, και παραδέξου ύπουλα ότι τ’ όνομά του είναι σύννεφο, ότι η μήτρα του είναι καταλογογραφημένη στη μνήμη. Μη νομίζεις ότι το τηλέφωνο θα σου δώσει τους αριθμούς που ψάχνεις. Γιατί να σ’ τους δώσει; Το μόνο που θα σου ’ρθει είναι αυτό που ήδη το έχεις προετοιμάσει και προαποφασίσει, η θλιβερή αντανάκλαση της ελπίδας σου, αυτής της μαϊμούς που ξύνεται πάνω στο τραπέζι και τουρτουρίζει από το κρύο. Σπάσ’ της το κεφάλι αυτής της μαϊμούς, τρέξε από το κέντρο προς τον τοίχο κι άνοιξε ένα πέρασμα. Ω, πώς τραγουδάνε στον πάνω όροφο! Σ’ αυτό το σπίτι υπάρχει ένας πάνω όροφος, με άλλους ανθρώπους. Υπάρχει ένας πάνω όροφος όπου μένουν άνθρωποι που δεν υποψιάζονται ότι υπάρχει κάτω όροφος κι ότι είμαστε όλοι μέσα σ’ ένα γυάλινο τούβλο. Και αν, αίφνης, καθίσει ένας σκώρος στη μύτη ενός μολυβιού και φτερουγίσει σαν σταχτόχρωμη φλόγα, κοίταξέ τον, εγώ τον κοιτάζω, ψηλαφώ τη μικροσκοπική καρδιά του και την ακροάζομαι, αυτός ο σκώρος αντηχεί στον κατεψυγμένο γυάλινο πολτό, δεν είν’ όλα χαμένα. Όταν ανοίξω την πόρτα και σκύψω στο κλιμακοστάσιο, θα ξέρω πως κάτω αρχίζει ο δρόμος. όχι η μήτρα που την έχω ήδη αποδεχθεί, όχι τα γνώριμα σπίτια, όχι το απέναντι ξενοδοχείο, αλλά ο δρόμος, αυτό το ασπαίρον άλσος που μπορεί ανά πάσα στιγμή να μου πέσει στο κεφάλι σαν μανόλια, όπου τα πρόσωπα θα γεννηθούν με το που θα τα κοιτάξω, λίγο να προχωρήσω, λίγο να χτυπηθώ στο γυάλινο τούβλο με τους αγκώνες και τα βλέφαρά μου και τα νύχια μου, λίγο να διακινδυνεύσω τη ζωή μου ενώ πηγαίνω, βήμα βήμα, ν’ αγοράσω την εφημερίδα απ’ τη γωνία.
Πώς να κλαις
Ας αφήσουμε στην άκρη τους λόγους κι ας επικεντρωθούμε στο ποιος είν’ ο σωστός τρόπος να κλαίμε, έχοντας κατά νου ότι δε μιλάμε για κλάμα που χαλάει τον κόσμο ή προσβάλλει το χαμόγελο με την άχαρη και παράλληλη ομοιότητά του. Το μέσο και συνηθισμένο κλάμα συνίσταται σε μια γενική σύσπαση του προσώπου κι έναν σπασμωδικό ήχο που συνοδεύεται με δάκρυα και μύξες, αυτές προς το τέλος, αφού το κλάμα τελειώνει τη στιγμή που φυσάμε δυνατά τη μύτη μας.
Για να κλάψεις, στρέψε τη φαντασία σου προς τον εαυτό σου, κι αν αυτό είναι αδύνατον γιατί έχεις αποκτήσει τη συνήθεια να πιστεύεις στον εξωτερικό κόσμο, σκέψου μια πάπια σκεπασμένη με μυρμήγκια ή εκείνους τους κόλπους στο Στενό του Μαγγελάνου στους οποίους κανείς δεν μπαίνει, ποτέ.
Ερχόμαστε τώρα στο κλάμα αυτό καθαυτό: κάλυψε αξιοπρεπώς το πρόσωπο, χρησιμοποιώντας και τα δύο χέρια, με τις παλάμες προς τα μέσα. Τα παιδιά, με το μανίκι του φουστανιού ή του πουκαμίσου και, κατά προτίμηση, σε μια γωνιά του δωματίου. Μέση διάρκεια κλάματος, τρία λεπτά.
Πώς να τραγουδάς
Ξεκίνα σπάζοντας τους καθρέφτες του σπιτιού, άσε τα χέρια σου να πέσουν στο πλάι, κοίταξε τον τοίχο με άδειο βλέμμα, ξεχάσου. Τραγούδησε μία μόνο νότα, άκουσέ την από μέσα. Αν ακούσεις (αλλά αυτό θα συμβεί πολύ αργότερα) κάτι σαν τοπίο πνιγμένο στο φόβο, με πυρές ανάμεσα στα βράχια, με μισόγυμνες σιλουέτες καθισμένες οκλαδόν, νομίζω πως θα ’σαι σε καλό δρόμο, και το ίδιο αν ακούσεις ένα ποτάμι που το κατεβαίνουν βάρκες βαμμένες κίτρινες και μαύρες, αν ακούσεις μυρωδιά ψωμιού, μια επαφή με δάχτυλα, τη σκιά ενός αλόγου.
Μετά, αγόρασε ένα σολφέζ κι ένα φράκο, και, σε παρακαλώ, μη τραγουδάς με τη μύτη κι άσε ήσυχο τον Σούμαν.